Τετάρτη 11 Νοεμβρίου 2009

MIDIAN

Chapter 1

«Και τελικά κατάλαβα... Όλα οδηγούν εδώ... Στη Midian... την πόλη όπου όλοι οι καταραμένοι είναι ευπρόσδεκτοι...όλοι οι δολοφόνοι και οι διψασμένοι για αίμα... Όλοι παιδιά ενός άλλου θεού, του Baphomet...
Αν ποτέ φτάσεις εκεί, το μόνο που θα καταφέρεις, είναι να γίνεις ένα νοστιμότατο γεύμα... από φρέσκια σάρκα κι αίμα... πολύ αίμα...και ξεσκισμένα κομμάτια δέρμα-τος...»
Αυτό είναι ένα ελάχιστο απόσπασμα ενός εκ των πολλών μυθιστορημάτων, ποιημά-των και κόμικς, που έχουνε γραφτεί για την πόλη αυτή. Τη Midian.

Από μικρή μου είχε απαγορευτεί αυτό το μέρος, για το δικό μου καλό. Έτσι πίστευ-αν όλοι. «Αυτό δεν είναι μέρος για μικρά κοριτσάκια!», έλεγαν. Και μόλις έκλεισα τα δεκατέσσερα η περιέργειά μου δεν άντεξε πλέον τα προκαθορισμένα από άλλους όριά της. Τα υπερέβει.

Ήτανε σούρουπο, και η πόλη ήταν λουσμένη σε ένα βαθύ πορτοκαλί και ροζ χρώμα και καθώς περιπλανιόμουν στην αγαπημένη μου περιοχή παρατήρησα κάτι καινού-ριο. Η πύλη που περιφρουρούσε το απαγορευμένο αυτό μέρος, μου έδειχνε τώρα ένα άνοιγμα. Στραβά, σκουριασμένα κάγκελα, σπασμένα σε σημεία και γρατζουνι-σμένα, αρκετά ανοιχτά ωστόσο, για να χωρέσει το εφηβικό μου σώμα.

Ένα ανεξήγητο αίσθημα χαράς με κατέκλυσε. Το απαγορευμένο των ονείρων μου, το κακό και αποκλεισμένο, τώρα με καλούσε! Αποφάσισα να μην το απογοητεύσω και με αποφασιστικό βήμα βρέθηκα κοντά του. «Τι να είναι άραγε αυτό το μέρος;», αναρωτήθηκα.
Γύρω μου απλωνόταν η παλιά πόλη. Η Midian. Παραδομένη στις σκιές και τη φθορά του χρόνου. Ξεχασμένη, εδώ και δεκαετίες. Η ύπαρξη της πλέον αγνοούταν επιδεικτικά και συστηματικά. Τρόμαξα λίγο, δεν συνάντησα αυτό που ονειρευόμουν. Αυτό που η φαντασία μου είχε σχηματίσει πάνω στα θεμέλια φημών και αρχαίων ιστοριών. Τόσα πολλά λέχθηκαν γι’ αυτό το μέρος.. Τόσα πολλά γράφτηκαν, από συγγραφείς που είχαν μελετήσει τους αρχαίους πολιτισμούς, από λάτρεις του φανταστικού και του ανεξήγητου, κι όμως, κανείς δεν μπορούσε με βεβαιότητα να πει ποιά απ’ αυτά ήταν αλήθειες και ποιά μύθοι. Αποφάσισα να το μάθω.

Προχώρησα προς τα μέσα. Παλιά σπίτια και χαλάσματα παντού. Ξεροί κορμοί νε-κρών δέντρων πεσμένοι εδώ κι εκεί, με τα κατσαρά κλαδιά τους να ανυψώνονται προς διάφορες κατευθύνσεις. Το μέρος ήταν αρκετά τρομακτικό και η νύχτα είχε ήδη κάνει την εμφάνισή της. Για μια στιγμή σκέφτηκα να φύγω. Να γυρίσω πίσω και να αφήσω αυτό το μέρος στα όνειρά μου. Όμως, από την άλλη, τα καλύτερα, και ίσως και τα χειρότερα, συμβαίνουν στο σκοτάδι… Έχει τη γλύκα του κρυφού, μιας και χαρίζει καταφύγιο στο απαγορευμένο… περιθάλπτει μυστικά και αφήνει τη μαγεία να σε καθηλώσει, να σε υπνωτίσει και να σε κάνει σκλάβο της..

Οι σκέψεις αυτές μου έδωσαν θάρρος να συνεχίσω την εξερεύνησή μου. Έβγαλα τα κλειδιά μου και άναψα το μικρό φακό που είχα περασμένο στο μπρελόκ μου. Το φως του ήταν αρκετά δυνατό, ώστε να φωτίζει την περιοχή που βρισκόμουν. Προχώρησα πιο βαθιά, παρά τις προειδοποιήσεις της διαίσθησής μου, ότι κάτι το ανεπιθύμητο επρόκειτο να συμβεί.
Υπέθεσα, ότι αυτή η έκτη μου αίσθηση, μάλλον είχε αφυπνιστεί συνειρμικά από το ασυνείδητό μου, λόγω του περιεχομένου ταινιών τρόμου και σκοτεινών λογοτεχνικών κειμένων που είχαν αποθηκευτεί στη μνήμη μου, σχηματίζοντας αυτόνομα εικόνες, με τη δική τους θέληση, χωρίς εγώ να έχω οποιαδήποτε πρόθεση για κάτι τέτοιο. Τα τέρατα πού είχα φανταστικά παρατηρήσει, τα παραμορφωμένα όντα, οι ζωντανοί – νεκροί, οι μάγισσες και οι κλέφτες ψυχών, έκαναν τώρα την εμφάνισή τους με τον πιο ζωντανό και ματαιόδοξο τρόπο. Έπρεπε να το ξεπεράσω και να αντιμετωπίσω τους φόβους μου. Όλα αυτά ήταν απλά οι φαντασιώσεις κάποιων, δημοσιοποιημένες και αποτυπωμένες στο κεφάλι μου. «Μα πώς είναι δυνατόν όλες αυτές οι φαντασιώσεις να συγκλίνουν;¬¬» συλλογίστηκα και προσπάθησα να συνεφέρω τον εαυτό μου.

Καθώς συνέχιζα διστακτικά την εξερευνητική μου πορεία, άκουσα έναν απότομο θόρυβο. Ένα σύρσιμο και σπάσιμο ενός κλαδιού. "Συνηθισμένος ήχος..", σκέφτηκα, «μάλλον θα είναι καμιά γάτα. Με τόσα κλαδιά εδώ τριγύρω, είναι δύσκολο να μην πατήσεις ένα!». Κοίταζα εξερευνητικά τον περιβάλλοντα χώρο, το μεγαλύ-τερο μέρος του οποίου είχε βυθιστεί πλέον στο σκοτάδι, χωρίς να αφήνει περιθώρια για παρατήρηση και κατάρριψη των μύθων.
Ήμουν πλέον τρομοκρατημένη και ολότελα παραδομένη στο φόβο. Ήμουν σίγουρη ότι το τέλος της ζωής μου ερχότανε. Έκανα ένα βήμα προς τα πίσω, χωρίς να μπορώ να συγκρατήσω τα μάτια μου καθηλωμένα σε ένα σημείο, τα οποία έπαιζαν νευρικά και στριφογύριζαν ανιχνευτικά..

Και ξαφνικά, σκόνταψα πάνω σε κάτι! Η πλάτη μου ακούμπησε πάνω σε ένα μεγά-λο και σκληρό, σαν πέτρα αντικείμενο, ανάγλυφο με μικρά εξογκώματα. «Πού βρέθηκε εδώ αυτός ο τοίχος;» αναρωτήθηκα… Γύρισα, και τα μάτια μου γούρλωσαν από έκπληξη και τρόμο. Οι κόρες τους διαστάλθηκαν τόσο, που σχεδόν το κάλυψαν όλο και το καφετί τους χρώμα μετατράπηκε σε μαύρο. Μια κραυγή προσπάθησε να ξεφύγει από το στόμα μου, αλλά το χέρι μου το έσφιξε ερμητικά, αφήνοντας να ξεπηδήσει μόνο ένα μικρό μουγκρητό. Αυτό που αντίκριζα ήτανε τόσο πρωτόγνωρο και απίστευτο… Ένα πλάσμα βγαλμένο από τη φαντασία συγγραφέων ιστοριών τρό-μου. Ένα πλάσμα τόσο τρομακτικό και γοητευτικό συνάμα…! « Μα πώς μπορεί να με γοητεύει κάτι τέτοιο;". «Μήπως τα συναισθήματά μου έχουνε συγχυστεί;»

Το Τέρας πλησίασε με αργό βήμα προς το μέρος μου, με κοίταζε με βλέμμα σίγουρο για τη νίκη του, από την πρώτη κιόλας ματιά. Η καρδιά μου χτυπούσε στο γρηγορότερο ρυθμό που είχε γνωρίσει ποτέ της και το μυαλό μου είχε μουδιάσει. Δεν μπορούσα να σκεφτώ, να μιλήσω, ν’ αντιδράσω. Τα πόδια μου πήραν την πρωτοβουλία και άρχισαν να τρέχουν, χωρίς φυσικά να έχουν ιδέα για το πού πήγαιναν και αν με οδηγούσαν προς τη σωστή κατεύθυνση. Το Τέρας, με ένα απότομο σάλτο βρέθηκε μπροστά μου! Τόσο εύκολο γι’ αυτό να πιάσει ένα κοριτσάκι σαν κι εμένα. Στεκόμουν ανήμπορη μπροστά του περιμένοντας να κάνει την κίνησή του. Στο κεφάλι μου στριφογύριζαν οι σκέψεις πώς αυτές οι στιγμές ήταν οι τελευταίες μου και κανένας δε θα έβρισκε ποτέ το πτώμα μου. Θα σάπιζα εδώ, στην ξεχασμένη αυτή πόλη και τα κόκαλά μου θα γινόντουσαν ένα ακόμη στολίδι στο νεκρό αυτό τοπίο.

Το πλάσμα που βρισκότανε απέναντί μου ήταν τεράστιο. Το ύψος του σώματός του πρέπει να άγγιζε τα δύο μέτρα. Από τον κορμό του ξεπρόβαλλαν τέσσερα δυνατά χέρια, που τώρα ορμούσαν προς το μέρος μου. Από το λιγοστό φως του πεσμένου μου φακού φωτίζονταν αχνά τα χαρακτηριστικά του προσώπου του. Ωστόσο, μπόρεσα να διακρίνω τα μικρά, ολόμαυρα μάτια του που γυάλιζαν σαν δυο διαμάντια στο σκοτάδι, ενώ ένα τρίτο βρισκόταν στο κέντρο του πλατιού του μετώπου. Από τις άκρες του ξεπρόβαλλαν δύο γυριστά, τραγίσια κέρατα στο ίδιο χρώμα και τα επίσης νέγρικα μαλλιά του, έπεφταν ως τη μέση του. Ήταν σχεδόν γυμνός. Μόνο ένα παλιό κουρέλι έκρυβε, με δυσκολία, το φύλο του.

Με άρπαξε από τα μπράτσα και σηκώνοντάς με στον αέρα, με έφερε κοντά στη μουσούδα του. Έκλεισα τα μάτια και μια έκφραση μορφασμού σχηματίστηκε πάνω μου. Προετοίμαζα τον εαυτό μου για το πρώτο δάγκωμα, χτύπημα, ή οτιδήποτε άλλο σκεφτόταν να μου κάνει. Μα αντί γι’ αυτό, άρχισε να με μυρίζει. Να οσφρίζεται το άρωμα της σάρκας μου. Παντού. Ξεκίνησε απ’ το κεφάλι, προχώρησε στο στήθος και κάτω απ’ τις μασχάλες. Στη συνέχεια κατευθύνθηκε προς το αιδοίο μου, μου άνοιξε λίγο τα πόδια με το δεύτερο ζευγάρι χεριών του, και φέρνοντας το κεφάλι του ανάμεσά τους, κόλλησε την υγρή του μύτη πάνω μου. Με μύριζε στο απόκρυφό μου σημείο για αρκετή ώρα, ενώ εγώ βρισκόμουν ήδη σε κατάσταση σοκ και είχα αρχίσει να τρέμω, χωρίς να μπορώ να το ελέγξω, χωρίς να μπορώ να το σταματήσω. Αφού οι αισθήσεις μου με είχαν σχεδόν εγκαταλείψει, με κατέβασε στο έδαφος. Μου ήταν σχεδόν αδύνατο να κουνηθώ, πόσο μάλλον να σηκωθώ και να αντιμετω-πίσω τον επικείμενο θύτη μου.

(...συνεχίζεται)

Πέμπτη 5 Μαρτίου 2009

Οικογενειακή Γιορτή

Όλη μου η οικογένεια βρισκόταν μαζεμένη στο πατρικό μου σπίτι. Είχαμε γιορτινή συγκέντρωση και είχαν έρθει όλοι. Ξαφνικά η μητέρα μου συνειδητοποιεί ότι έχει ξεχάσει να πάρει μπίρες.
<<Θα πας με τον αδερφό σου να πάρετε μπίρες;>> μου λέει.
<<Εντάξει, θα πάμε>> της απαντάω και αμέσως φωνάζω τον αδερφό μου από το σαλόνι. <<Αλέξηηη! Πάμε να πάρουμε μπίρες!>>. Βγαίνουμε από το σπίτι και η πόρτα κλείνει πίσω μας. Ένα πρωτόγονο και απαγορευμένο αίσθημα με κατακλύζει.
Μόλις κατεβαίνουμε τη σκοτεινή σκάλα της πολυκατοικίας τον τραβάω σ' εκείνο το μικρό δωματιάκι που βρίσκεται στο ισόγειο, τον βάζω απότομα μέσα και του λέω:
<<Θέλω να με γαμήσεις όπως δεν έχεις γαμήσει καμία άλλη! Και με τόσο πάθος, όπως δε θα ξαναγαμήσεις ποτέ σου!>>
Νιώθω την καύλα στο μουνί μου που υγραίνεται καθώς ξεστομίζω αυτές τις λέξεις. Εκείνος σαστισμένος, δε θα περίμενε ποτέ κάτι τέτοιο...!
<<Είμαστε αδέρφια !>> μου λέει και τραβιέται προς τα πίσω.
<<Μόνο ετεροθαλή..!>> του απαντάω και κολλάω το σώμα του στο δικό μου.
<<Είσαι μια πουτανίτσα που με βάζεις να κάνω κάτι τέτοιο!>>
<<Έχεις γεννηθεί για να με γαμάς!>> του λέω με σχεδόν άγριο ύφος.
<<Ο πούτσος σου ταιριάζει τέλεια στο μουνί μου..>>
<<Κάνε με να χύσω!>> τον προστάζω. <<Φέρε με σε έναν άγριο και τρελό οργασμό!>>
Τον φιλάω με πάθος και χώνω το χέρι μου στο παντελόνι του. Το καυλί του είναι ήδη σκληρό και σηκωμένο.
Ανεβάζω τη μπλούζα μου και μου γλείφει, ρουφώντας μου τις ρώγες, οι οποίες έχουν μετατραπεί σε δυο ερεθισμένες και υπερευαίσθητες μπίλιες. Μικρά βογγητά ξεφεύγουν από τα μισάνοιχτα χείλη μου, προκαλώντας τον να με δαγκώσει, αυτή τη φορά πιο δυνατά.
Τα καλοσχηματισμένα του χέρια σηκώνουν με γρήγορες κινήσεις τη φούστα μου και μου βγάζουν το εσώρουχο. Ο πούτσος του χώνεται λαίμαργα στο υγρό μου μουνάκι. Ανεβοκατεβαίνω πάνω του με λύσσα.
<<Γάμησέ με κι άλλο!>> τον προστάζω ξανά!
Το μεσαίο του δάχτυλο χώνεται στην κωλοτρυπίδα μου και με κάνει να τρέμω από ηδονή.
<<Σ' αρέσει βρωμίτσα; Ε;>> με ρωτάει, με μάτια που γυαλίζουν από την καύλα και την εξουσία που τώρα ασκεί πάνω μου.
<<Ναι! Μ΄ αρέσει! Σε θέλω μέσα μου! Να με γαμάς ανελέητα! Χωρίς σταματημό!>>
<<Σκύψε πουτανίτσα μου! Θέλω να φτάσω στα βάθη του κώλου σου! Θέλω ο πούτσος μου να σου ξεσκίσει τα κωλομέρια και να χωθεί στη σχισμή σου!>>
Με βάζει να σκύψω πάνω στο γραφείο όπου πριν καθόμασταν ο ένας πάνω στον άλλο και μου ανοίγει τα πόδια. Η γλώσσα του αγγίζει τη στρογγυλή και σφιχτή μου κωλοτρυπίδα Με γεμίζει σάλια κι εγώ καίω από καύλα! Τα δάχτυλά του χώνονται με πείσμα στη σχισμή του πρωκτού μου. Νιώθω ένα γλυκό πόνο καθώς παραβιάζει την ελαστικότητα της τρύπας μου. Ο σκληρός πούτσος του μπαίνει αποφασιστικά μέσα μου και μου χαρίζει μια αναπάντεχη ηδονή. Το μέγεθός του είναι τέλειο. Μου ταιριάζει απόλυτα. Το αισθάνομαι στο βάθος του κώλου μου.
Το χέρι του σαλιωμένο, χαϊδεύει τα ζεστά μου μουνόχειλα, ενώ το μεσαίο του δάχτυλο παίζει λάγνα με την κλειτορίδα μου. Καίγομαι και υγραίνομαι. Δεν μπορώ να συγκρατήσω τον εαυτό μου. Ο οργασμός με πλημμυρίζει και με πνίγει! Τρέμω. Χάνομαι, Παραδίνομαι στον ίλιγγο.
Ποιος θα φανταζόταν ότι αυτό το συνεσταλμένο και γλυκό, κατά τα άλλα, αγόρι θα μπορούσε να με φέρει στα όρια της τρέλας μου, γαμώντας με τόσο βαθιά και με τόσο πάθος!
Ο οργασμός έρχεται και γι' αυτόν. Νιώθω το καυτό του σπέρμα να ξεχειλίζει μέσα στον κώλο μου. Βγάζει μικρές, σιωπηλές κραυγές και ανοίγει όσο μπορεί τα κωλομέρια μου. Καυλώνει ακόμα πιο απολαυστικά στη θέα της γυμνής και εκτεθειμένης μου κωλοτρυπίδας, καθώς και στην ολότελα παραδομένη στάση μου..
Αφού με πασαλείψει με το σπέρμα του, με γλείφει απαλά και με φιλάει στα κωλομέρια.
Γυρίζω, φοράω το εσώρουχό μου και του δίνω ένα παθιασμένο γλωσσόφιλο.
<<Βλέπεις;>> τον ρωτάω.
<<Αυτό εννοούσα, όπως Καμία άλλη!>>
Μου ανταποδίδει το βλέμμα. Ντύνεται και βγαίνουμε από το δωματιάκι. Θα λέγαμε στους άλλους ότι το ψιλικατζίδικο ήταν κλειστό...